Η προσέγγιση της μάθησης που βασίζεται στις δεξιότητες, γεννήθηκε από έναν θεμελιώδη προβληματισμό που διεξήχθη από διεθνείς οργανισμούς, σχετικά με τον σκοπό της εκπαίδευσης. Η προσέγγιση έχει υιοθετηθεί από αρκετές χώρες του ΟΟΑΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιδιώκει να δώσει νόημα στον μετασχηματισμό της μάθησης. Αυτός ο προβληματισμός οδηγεί φυσικά στον επαναπροσδιορισμό των εθνικών προσδοκιών των εκπαιδευτικών συστημάτων. Τα πλαίσια δεξιοτήτων, που εκφράζουν όλες τις δεξιότητες που αποκτούν οι μαθητές καθ’ όλη τη διάρκεια της μάθησής τους, αντικαθιστούν τις προγραμματικές συνταγές που επικεντρώνονται κυρίως σε τεχνικές γνώσεις. Αυτό το όραμα της εκπαίδευσης αναδεικνύει σημαντικούς τομείς δεξιοτήτων ενσωματώνοντας ευρέως κοινωνικοσυναισθηματικές και συμπεριφορικές διαστάσεις στους μαθησιακούς στόχους.
Περιλαμβάνει την απομάκρυνση από μια καθαρά μεταδοτική προσέγγιση της γνώσης διευρύνοντας τις εθνικές προσδοκίες ώστε να περιλαμβάνουν διαδικασίες: κοινωνικοποίησης, μάθησης για συμβίωση, οικοδόμησης συλλογικής νοημοσύνης, προσέγγισης στρατηγικού σχεδιασμού, δεξιότητες συνεργασίας κ.λ.π.
Η προσέγγιση αυτή (που βασίζεται στις δεξιότητες) εισήλθε διστακτικά στα εκπαιδευτικά συστήματα στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Για τους εκπαιδευτικούς, αυτό αντιπροσωπεύει μια παραδειγματική αλλαγή, καθώς καλούνται να εντοπίσουν εγκάρσιες δεξιότητες και να ενσωματώσουν δεξιότητες που δεν είχαν προηγουμένως εξηγηθεί στις διδακτικές τους πρακτικές.
Στην χώρα μας, η προσέγγιση στα γυμνάσια και λύκεια εγκρίθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον αντίστοιχο εθνικό φορέα το 2021. Η ελληνική έκδοση χωρίς να ενσωματώνει πλήρως τους 8 τομείς του ευρωπαϊκού κοινού πυρήνα1 παρουσιάζει παρ’ όλα αυτά συνεκτικούς τομείς δεξιοτήτων τονίζοντας τη σημασία της συλλογικής δράσης, της μάθησης να ζεις στην κοινωνία, της κατανόησης των κοινωνικών κανόνων, της αυτογνωσίας, της κυριότητας των μεθόδων κ.λ.π. Αλλά πάνω απ’ όλα το γενικό πλαίσιο της αξιολόγησης μετατοπίζεται από μια επιλεκτική λογική με βαθμούς σε μια περιγραφική λογική που ευνοεί τη συνεργασία παρά τον ανταγωνισμό.
Τα Μαθηματικά, ως γνωστικό αντικείμενο, δεν περιορίζονται πλέον στη μηχανική εφαρμογή αλγορίθμων ή στην επίλυση προβλημάτων με προκαθορισμένο τρόπο. Αντίθετα, φιλοδοξούν να γίνουν ένα πεδίο ανάπτυξης κριτικής σκέψης, δημιουργικότητας και λύσης προβλημάτων, δεξιοτήτων που είναι απαραίτητες για την προσωπική και επαγγελματική εξέλιξη του ατόμου. Ωστόσο, η παραδοσιακή προσέγγιση στη διατύπωση και αξιοποίηση των μαθηματικών ασκήσεων, ειδικά στο πλαίσιο της σχολικής τάξης, συχνά δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες εκπαιδευτικές απαιτήσεις2.
Στο πλαίσιο αυτό, το σύνολο των παραδειγμάτων φιλοδοξεί να εισάγει μια συστηματική μέθοδο μετασχηματισμού της μαθηματικής άσκησης, δεν περιορίζεται μόνο στην απλή επίλυσή της, αλλά στοχεύει στην ενεργοποίηση και ανάπτυξη υψηλότερων γνωστικών δεξιοτήτων, σύμφωνα με την αναθεωρημένη ταξινομία του Bloom. Κάθε σχολική άσκηση, όπως αυτή διατυπώνεται κλασικά, βαθμολογείτε ως προς πέντε βασικά χαρακτηριστικά: Δυσκολία, Εκπαιδευτική Αξία, Τεχνολογική Ενσωμάτωση, Βαθμολογία ως Άσκηση Εφαρμογής στη Τάξη, και Βαθμολογία ως Άσκηση Εφαρμογής εκτός σχολικής τάξης. Αυτή η ανάλυση επιτρέπει όχι μόνο την αξιολόγηση της υπάρχουσας μορφής της άσκησης, αλλά και τον εμπλουτισμό της, ώστε αναθεωρημένη να ενεργοποιεί ένα ευρύτερο φάσμα δεξιοτήτων.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι μια άσκηση Μαθηματικών σε διαγωνιστικό πλαίσιο έχει ως κύριο στόχο την αξιολόγηση της ικανότητας του μαθητή να εφαρμόζει γνώσεις υπό συνθήκες πίεσης και περιορισμένου χρόνου. Αντίθετα, μια σχολική άσκηση έχει πρωτίστως διδακτικό χαρακτήρα: στοχεύει όχι μόνο στην αξιολόγηση, αλλά και στην κατανόηση, την εμβάθυνση και την εφαρμογή της γνώσης σε πραγματικά προβλήματα. Ο μετασχηματισμός που προτείνεται στο βιβλίο αυτό εστιάζει ακριβώς σε αυτήν τη διδακτική διάσταση, προσφέροντας μια προσέγγιση που ενισχύει τη μάθηση και όχι απλώς την αξιολόγησή της.
Η παρουσίαση των ασκήσεων δεν περιορίζεται μόνο στον εμπλουτισμό της άσκησης, αλλά προχωράει σε μια ριζικά καινοτόμο προσέγγιση: την αξιολόγησή της, την επαναδιατύπωσή της για διαφοροποιημένη και ομαδοσυνεργατική διδασκαλία. Επιπλέον, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, η άσκηση μετασχηματίζεται σύμφωνα με τις προσεγγίσεις της Γαλλικής, Ιαπωνικής ή Σιγκαπουριανής μεθόδου επίλυσης προβλημάτων, προσδίδοντας μια ευρύτερη διάσταση στη διδακτική πρακτική ώστε να αυξηθεί η ποιότητα των γνωστικών δεξιοτήτων. Αυτή η προσέγγιση δεν έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα στη βιβλιογραφία μας.
Ένα σύνολο ασκήσεων/παραδειγμάτων μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ
- Οι ψυχοκοινωνικές δεξιότητες, οι επιχειρηματικές δεξιότητες (που νοούνται ως η ικανότητα δημιουργίας ενός έργου) και η ικανότητα στην πολιτιστική συνείδηση και έκφρασης, είναι πρακτικά απούσες! ↩︎
- Αν λάβουμε υπόψη μάλιστα και τη μεγάλη διαρροή μαθητών από το μάθημα των μαθηματικών, σε διεθνή πλέον κλίμακα, το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο από αυτό της διδακτικής του διάστασης. ↩︎
