Στο πεδίο της σύγχρονης εκπαιδευτικής έρευνας και πρακτικής καταγράφονται σημαντικά προβλήματα και αντιπαραδείγματα που προκύπτουν τόσο από το παλαιότερο μοντέλο του διαχωρισμού (ειδικά σχολεία και απομόνωση) όσο και από την εσφαλμένη εφαρμογή της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης.
Τα προβλήματα αυτά δεν αφορούν την εννοιολογική θεώρηση της συμπερίληψης ως αξία, αλλά σχετίζονται με τον τρόπο που η εφαρμογή της συχνά επιβαρύνει το διδακτικό αντικείμενο και υπονομεύει την ακαδημαϊκή πρόοδο.
Ετησίως, η κατάρτιση εξατομικευμένων σχεδίων υποστήριξης γίνεται όλο και πιο διαδεδομένη στις σχολικές τάξεις και τις αξιολογήσεις. Η πρόθεσή τους, από ηθική και παιδαγωγική σκοπιά, είναι ευγενής: να αντισταθμίσουν τις εμμένουσες μαθησιακές δυσκολίες, όπως η δυσλεξία, η δυσγραφία ή η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), αποτρέποντας έτσι την καταδίκη ενός μαθητή στην αποτυχία. Ωστόσο, το σύστημα έχει επεκταθεί χρονικά και ποσοτικά, με αποτέλεσμα η γραμμή μεταξύ πραγματικής μαθησιακής δυσκολίας και σύνηθους δυσκολίας να αρχίζει να γίνεται δυσδιάκριτη. Η εξατομικευμένη υποστήριξη κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο ενδυνάμωσης σε μηχανισμό διαχείρισης της ακαδημαϊκής αποτυχίας. Αντί να προάγει τη μεταμόρφωση του σχολείου ώστε να συμπεριλάβει όλους τους μαθητές, περιορίζεται στη διαχείριση και αποδοχή της απόκλισης των μαθητών, αφήνοντας ακέραιη τη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος.
H Eξατομικευμένη Διδασκαλία (ΕΔ) δεν σημαίνει «ιδιαίτερο μάθημα», αλλά την προσαρμογή της μεθόδου, του ρυθμού και των εργαλείων διδασκαλίας με σκοπό να αμβλύνουν τις μαθησιακές δυσκολίες.
Η ιστορική διαδρομή της Eξατομικευμένης Διδασκαλίας χωρίζεται σε τρεις κύριες περιόδους: τις παιδαγωγικές καταβολές στις αρχές του 20ού αιώνα, τη θεσμοθέτηση της ειδικής αγωγής τη δεκαετία του 1970 και τη σύγχρονη ένταξη στο γενικό σχολείο.
Οι παιδαγωγικές ρίζες (αρχές 20ου αιώνα) της ΕΔ βρίσκονται στη Maria Montessori, 1900, του Carleton Washburne και το γνωστό σχέδιο Dalton Plan, 1920.
Η νομική και επιστημονική εδραίωση έγινε το 1975 στις ΗΠΑ, (Νόμος EAHCA).
Στην Ελλάδα στη δεκαετία ’80 (Ν. 1143/981 & Ν. 1566/1985) θεσμοθετούνται τα πρώτα πλαίσια ειδικής αγωγής και εισάγονται οι «Ειδικές Τάξεις» (σημερινά Τμήματα Ένταξης). Ο Νόμος 3699/2008, καθιερώνει επίσημα την υποχρέωση σύνταξης Εξατομικευμένου Προγράμματος Εκπαίδευσης (ΕΠΕ) για μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ή μαθησιακές δυσκολίες (π.χ. δυσλεξία, ΔΕΠΥ).
Η μετάβαση από το διαχωρισμό ειδικά σχολεία στη Συμπεριληπτική Εκπαίδευση (inclusion), θεωρείται η σύγχρονη τάση της εξέλιξης της ΕΔ.
Η κατάρτιση ενός Εξατομικευμένου Σχεδίου Υποστήριξης συνήθως δεν αποτελεί αποτέλεσμα μιας μόνο πρωτοβουλίας. Κατά κανόνα, η διαδικασία πρωτοξεκινά από αίτημα των γονέων, προωθείται από τον εκπαιδευτικό και επικυρώνεται τυπικά μέσω ιατρικής γνωμάτευσης και απόφασης διεπιστημονικής ομάδας, αποτελούμενης από εκπαιδευτικούς και μέλη του ΚΕΔΑΣΥ. Ωστόσο, το σύστημα έχει πλέον φτάσει στα όριά του. Οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν επαρκούν για την εις βάθος αξιολόγηση των αιτημάτων, εγκλωβισμένες στη λογική της τυπικής ισότητας: η απόρριψη ενός αιτήματος που έχει ήδη εγκριθεί για άλλον μαθητή θα θεωρούνταν άδικη. Παράλληλα, οι σχολικές υπηρεσίες υγείας, υπερφορτωμένες, αδυνατούν να παρακολουθήσουν την εφαρμογή των εγκεκριμένων σχεδίων. Το σύστημα, ως εκ τούτου, εξελίσσεται σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο μηχανισμό. Η ευελιξία που σχεδιάστηκε αρχικά για να διευκολύνει την υποστήριξη αποδεικνύεται βασική αδυναμία, ανοίγοντας τον δρόμο για τον πληθωρισμό χορηγήσεων.
Κατά την περίοδο που διατέλεσα Σύμβουλος Εκπαίδευσης είχα την επιστημονική ευθύνη μιας περιοχής με έντονες κοινωνικές διαφορές, από τον Βοτανικό έως τον Ζωγράφου. Μεταξύ δύο γειτονικών περιοχών η κοινωνική σύνθεση των γυμνασίων και λυκείων αλλάζει εντελώς. Σε σχολεία με περιορισμένους πόρους, τα ΕΠΕ ήταν ελάχιστα. Αντίθετα, σε πιο εύπορα σχολεία παρατηρούνταν σημαντικά περισσότερα. Όπου οι οικογένειες είναι εξοικειωμένες με τις διαδικασίες, γνωρίζουν τις σωστές λέξεις και τους κατάλληλους ανθρώπους για να μιλήσουν, το σύστημα εφαρμόζεται. Αλλού, η ίδια του η ύπαρξη είναι συχνά άγνωστη. Έχω δει γονείς να διστάζουν να «ενοχλήσουν» το σχολείο, και άλλους γονείς πολύ άνετα να φτάνουν με αναφορές και πιστοποιητικά. Η διαφορά δεν έγκειται μόνο στις πραγματικές ανάγκες των μαθητών, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο κάθε κοινότητα μετατρέπει την υποστήριξη σε στρατηγικό εργαλείο.
Το ΕΠΕ προσφέρει θεμιτές προσαρμογές όπως επιπλέον χρόνο, προσαρμοσμένες οδηγίες ή επιείκεια στην ορθογραφία, κάτι που μπορεί να επηρεάσει τα μαθησιακά αποτελέσματα. Ωστόσο, πολλοί το βλέπουν αυτό ως έναν τρόπο μετατροπής μιας συνηθισμένης δυσκολίας σε μια αναγνωρισμένη διαταραχή, έναν τρόπο παράκαμψης της αποτυχίας χωρίς να την παραδεχτούν. Το μέσο αυτό αποτελεί μια μορφή βελτιστοποίησης, ανάλογη με πρακτικές σε άλλους τομείς, όπως οι φορολογικές διευθετήσεις. Με την αύξηση της επιλογής, εντείνονται και οι προσπάθειες εξουδετέρωσης των αρνητικών επιπτώσεών της, με αποτέλεσμα η αξία της υποστήριξης να γίνεται ιατρικοποιημένη. Η διάγνωση από μόνη της δεν παρέχει εγγυήσεις επιτυχίας, αλλά λειτουργεί ως προστατευτικός μηχανισμός: επιτρέπει την ερμηνεία της ακαδημαϊκής πορείας, την άμβλυνση των επιπτώσεων και τη διευκόλυνση της αποδοχής της αποτυχίας στο ανταγωνιστικό ακαδημαϊκό περιβάλλον.
Αναφορικά με το μαθησιακό περιβάλλον των εφήβων, αυτοί μεγαλώνουν σε έναν κόσμο κορεσμένο με οθόνες, ειδοποιήσεις και συνεχή διέγερση. Πολλοί δυσκολεύονται να διαβάσουν μερικές σελίδες χωρίς να αποσπάται η προσοχή τους ή να ακούσουν μια διάλεξη χωρίς να σταματήσουν. Αυτές οι πολύ πραγματικές δυσκολίες καταλήγουν να αποκτούν τα χαρακτηριστικά μιας διαταραχής. Ο όρος «ΔΕΠΥ» κυκλοφορεί πιο γρήγορα από μια διάγνωση. Μια απλή έλλειψη προσοχής γίνεται παθολογία και το ΕΠΕ εμφανίζεται ως η φυσική αντίδραση. Επιτρέπει την εξήγηση αυτού που το σύστημα δεν μπορεί πλέον να διαχειριστεί: κόπωση, απροσεξία και εξάντληση. Αλλά αναζητώντας συνεχώς ιατρικές αιτίες για συνηθισμένες δυσκολίες, το σχολικό σύστημα καταλήγει να θολώνει τη γραμμή μεταξύ διαταραχής και πάθησης.
Με το ΕΠΕ, το σχολικό σύστημα έχει ιατρικοποιήσει την αποτυχία.




